προύνος

ο, Ν
βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών τής οικογένειας ροδίδες στο οποίο ανήκουν, μεταξύ άλλων, η αμυγδαλιά, η βερικοκιά, η δαμασκηνιά, η κερασιά και η ροδακινιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. prunus < λατ. prunus (βλ. και προύμνη)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δαμασκηνιά — Δέντρο οπωροφόρο της οικογένειας των ροδινών, γνωστό και με την επιστημονική ονομασία προύνος ο ήμερος (prunus domestica). Έχει μέτριες διαστάσεις (2 7 μ.), χνουδωτούς βλαστούς και φύλλα προμήκη, αντωοειδή, οδοντωτά και ελαφρώς ρυτιδωτά. Τα άνθη… …   Dictionary of Greek

  • ροδακινιά — (ροδακινέα η κοινή ή προύνος ο περσικός). Οπωροφόρο δέντρο της υποοικογένειας των προυνοειδών, της οικογένειας των Ροδιδών (δικοτυλήδονα). Δέντρο μέτριων διαστάσεων, ύψους έως 4 μ., έχει βλαστούς που ανοίγουν προς τα έξω και φύλλα βραχύμισχα,… …   Dictionary of Greek

  • τσαπουρνιά — Όνομα 2 οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 920 μ.) στην πρώην επαρχία Ελασσόνας του νομού Λαρίσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βασιλικών. * * * και τσαπρουνιά, η, Ν βοτ. κοινή ονομασία τού αγκαθωτού φυτού Prunus spinosa, τού γένους προύνος,… …   Dictionary of Greek

  • αγριοκερασιά — η Βοτ. κοινή ονομασία δύο ειδών τού γένους Προύνος της οικογένειας τών Ροδιδών: 1. άγρια ποικιλία τού είδους Prunus avium (κερασιά) 2. το είδος Cerasus mahaleb …   Dictionary of Greek

  • βαρδασιά — και βαρδανιά, η [βαρδάσα] ποικιλία του δέντρου του γένους Προύνος, Prunus domestica, δαμασκηνιά με καρπούς μακρουλούς, πρασινωπούς …   Dictionary of Greek

  • βερικοκιά — Δέντρο της οικογένειας των ροδιδών, στην οποία υπάγονται και άλλα πιο μεγάλα οπωροφόρα. Κατάγεται από την κεντρική Ασία. Στην Ελλάδα μεταφέρθηκε πιθανώς κατά τον 1ο αι. π.Χ. Η επιστημονική του ονομασία είναι προύνος η αρμενική. Καλλιεργούνται… …   Dictionary of Greek

  • δαφνοκέρασος — Αειθαλές καλλωπιστικό δενδρύλλιο της οικογένειας των ροδιδών (δικοτυλήδονα). Η επιστημονική ονομασία του είναι κέρασος ή προύνος ο δ. Είναι φυτό αυτοφυές στα ορεινά δάση της ανατολικής Θράκης, με λογχοειδή, δερματώδη και γυαλιστερά φύλλα, και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.